ΚΕΦΑΛΑΙΑ : 41ο  -  42ο  -  43ο  -  44ο  -  45ο


ΓΕΝΕΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ : 41ο

 42ο  -  43ο  -  44ο  -  45ο

Ο Θεός εξυψώνει τον Ιωσήφ. Τα όνειρα του Φαραώ

1 ΚΑΙ ύστερα από παρέλευση δύο χρόνων, ο Φαραώ είδε ένα όνειρο και να, στεκόταν κοντά στον ποταμό

2 και ξάφνου, επτά δαμάλια όμορφα και παχύσαρκα ανέβαιναν από τον ποταμό, και έβοσκαν στο λιβάδι

3 και ξάφνου, άλλα επτά δαμάλια ανέβαιναν, ύστερα από  εκείνα, από τον ποταμό, άσχημα και λεπτόσαρκα, και στέκονταν κοντά στα άλλα δαμάλια στην άκρη τού ποταμού

4 και τα δαμάλια τα άσχημα και λεπτόσαρκα κατέφαγαν τα επτά δαμάλια τα όμορφα και παχύσαρκα. Τότε, ο Φαραώ ξύπνησε.

5 Και καθώς αποκοιμήθηκε ονειρεύτηκε μια δεύτερη φορά και ξάφνου, επτά στάχυα παχιά και καλά ανέβαιναν από τον ίδιο κορμό

6 και ξάφνου, άλλα επτά στάχυα λεπτά, και καμένα από τον ανατολικό άνεμο, αναφύονταν ύστερα από εκείνα

7 και τα στάχυα τα λεπτά κατάπιαν τα επτά στάχυα τα παχιά και μεστά. Και ο Φαραώ ξύπνησε, και να, ήταν όνειρο.

8 Και το πρωί, το πνεύμα του ήταν ταραγμένο και στέλνοντας κάλεσε όλους τους μάγους τής Αιγύπτου, και όλους τους σοφούς της και ο Φαραώ διηγήθηκε σ' αυτούς τα όνειρά του αλλά, δεν υπήρχε κανένας, που να τα εξηγήσει στον Φαραώ.

Ο Ιωσήφ ερμηνεύει τα όνειρα του Φαραώ

9 Τότε, ο αρχιοινοχόος μίλησε στον Φαραώ, λέγοντας: Σήμερα θυμάμαι την αμαρτία μου

10 ο Φαραώ είχε οργιστεί εναντίον των δούλων του, και με έβαλε σε φυλακή, στο σπίτι τού άρχοντα των σωματοφυλάκων, εμένα και τον αρχισιτοποιό

11 και είδαμε ένα όνειρο την ίδια νύχτα, εγώ και εκείνος ονειρευτήκαμε ο κάθε ένας σύμφωνα με την εξήγηση του ονείρου του

12 και ήταν εκεί μαζί μας ένας νέος, Εβραίος, δούλος τού άρχοντα των σωματοφυλάκων και του διηγηθήκαμε, και μας εξήγησε τα όνειρά μας στον κάθε έναν σύμφωνα με το όνειρό του έκανε την εξήγηση

13 και καθώς μας τα εξήγησε, έτσι και συνέβηκε εμένα μεν αποκατέστησε στο υπούργημά μου, και εκείνον τον κρέμασε.

14 ΤΟΤΕ, στέλνοντας ο Φαραώ, κάλεσε τον Ιωσήφ, και τον έβγαλαν γρήγορα από τη φυλακή και ξυρίστηκε, και άλλαξε τη στολή του, και ήρθε στον Φαραώ. 

15 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Είδα ένα όνειρο, και δεν υπάρχει κανένας που να το εξηγήσει κι εγώ άκουσα για σένα να λένε, ότι καταλαβαίνεις τα όνειρα, ώστε να τα εξηγείς.

16 Και αποκρίθηκε ο Ιωσήφ στον Φαραώ, λέγοντας: 'Οχι εγώ ο Θεός θα δώσει στον Φαραώ σωτήρια απόκριση.

17 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Στο όνειρό μου, δες, στεκόμουν στην άκρη τού ποταμού

18 και ξάφνου, επτά δαμάλια παχύσαρκα και όμορφα ανέβαιναν από τον ποταμό, και έβοσκαν στο λιβάδι

19 και ξάφνου, άλλα επτά δαμάλια ανέβαιναν ύστερα απ' αυτά, αδύνατα, και πολύ άσχημα, και λεπτόσαρκα, τέτοια που ασχημότερα δεν είχα δει ποτέ σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου

20 και τα δαμάλια τα λεπτά και άσχημα κατέφαγαν τα επτά πρώτα δαμάλια τα παχιά

21 και αφού μπήκαν στις κοιλιές τους, δεν διακρινόταν ότι μπήκαν στις κοιλιές τους, αλλά η εμφάνισή τους ήταν άσχημη, καθώς και προηγουμένως τότε, ξύπνησα. 

22 'Επειτα, είδα στο όνειρό μου, και ξάφνου, επτά στάχυα ανέβαιναν από τον ίδιο κορμό, μεστά και καλά

23 και ξάφνου, άλλα επτά στάχυα ξερά, λεπτά, καμένα από τον ανατολικό άνεμο, αναφύονταν ύστερα απ' αυτά

24 και τα λεπτά στάχυα κατάπιαν τα επτά στάχυα τα καλά και τα είπα αυτά στους μάγους, αλλά δεν υπήρχε κανένας που να μου τα εξηγήσει.

25 Και ο Ιωσήφ είπε στον Φαραώ: Το όνειρο του Φαραώ είναι ένα ο Θεός φανέρωσε στον Φαραώ όσα πρόκειται να κάνει. 

26 Τα επτά δαμάλια τα καλά είναι επτά χρόνια και τα επτά στάχυα τα καλά είναι επτά χρόνια το όνειρο είναι ένα.

27 Και τα επτά δαμάλια τα λεπτά και άσχημα, που ανέβαιναν έπειτα απ' αυτά, είναι επτά χρόνια και τα επτά στάχυα τα άμεστα, τα καμένα από τον ανατολικό άνεμο, θα είναι επτά χρόνια πείνας. 

28 Τούτο είναι το πράγμα που είπα στον Φαραώ ο Θεός  φανέρωσε στον Φαραώ όσα πρόκειται να κάνει. 

29 Δες, έρχονται επτά χρόνια μεγάλης αφθονίας σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου

30 και ύστερα απ' αυτά, θα επέλθουν επτά χρόνια πείνας και ολόκληρη η αφθονία θα λησμονηθεί στη γη τής Αιγύπτου, και η πείνα θα καταφθείρει τη γη

31 και δεν θα γνωριστεί η αφθονία επάνω στη γη, εξαιτίας εκείνης της πείνας, που πρόκειται να ακολουθήσει επειδή, θα είναι βαριά σε υπερβολικό βαθμό. 

32 Και το ότι το όνειρο επαναλήφθηκε στον Φαραώ δύο φορές, δείχνει ότι το πράγμα είναι αποφασισμένο από τον Θεό, και ότι ο Θεός θα επιταχύνει να το εκτελέσει.

33 Τώρα, λοιπόν, ας προβλέψει ο Φαραώ έναν άνθρωπο συνετό και με φρόνηση και ας τον καταστήσει επάνω στη γη τής Αιγύπτου

34 ας κάνει ο Φαραώ, και ας  διορίσει επιστάτες στη γη και ας παίρνει το ένα πέμπτο από τη γη τής Αιγύπτου, στα επτά χρόνια τής αφθονίας

35 και ας μαζέψουν όλες τις τροφές αυτών των ερχόμενων καλών χρόνων και ας αποταμιεύσουν σιτάρι κάτω από το χέρι τού Φαραώ, για τροφές στις πόλεις, και ας το φυλάττουν

36 και οι τροφές θα μένουν φυλαγμένες για τη γη στα επτά χρόνια τής πείνας, που θα ακολουθήσουν στη γη τής Αιγύπτου για να μη χαθεί ο τόπος από την πείνα.

Ο Ιωσήφ γίνεται διοικητής τής Αιγύπτου

37 Και ο λόγος άρεσε στον Φαραώ, και σε όλους τους δούλους του.

38 Και ο Φαραώ είπε στους δούλους του: Μπορούμε να βρούμε έναν άνθρωπον όπως τούτον, στον οποίο υπάρχει το πνεύμα τού Θεού; 

39 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Επειδή, ο Θεός έδειξε σε σένα όλα αυτά, δεν υπάρχει κανένας τόσο συνετός και φρόνιμος όσο εσύ. 

40 Εσύ θα είσαι επάνω στο παλάτι μου, και στον λόγο τού στόματός σου θα υπακούει ολόκληρος ο λαός μου μόνον στον θρόνο θα είμαι ανώτερός σου.

41 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Να, σε κατέστησα επάνω σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 

42 Και βγάζοντας ο Φαραώ το δαχτυλίδι από το χέρι του, το έβαλε στο χέρι τού Ιωσήφ, και τον έντυσε με ενδύματα από πολυτελές λινό, και του περιέθεσε ένα χρυσό περιδέραιο γύρω στον λαιμό του. 

43 Και τον ανέβασε επάνω στη δεύτερη άμαξά  του και διακήρυτταν μπροστά του: Γονατίστε και τον κατέστησε επάνω σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου. 

44 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Εγώ είμαι ο Φαραώ, και χωρίς εσένα κανένας δεν θα σηκώσει το χέρι του ή το πόδι του, σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου.

Ο γάμος τού Ιωσήφ

45 Και ο Φαραώ ονόμασε τον Ιωσήφ Ζαφνάθ-πανεάχ και του έδωσε για γυναίκα την Ασενέθ, τη θυγατέρα τού Ποτιφερά, ιερέα της Ων. Και ο Ιωσήφ βγήκε στη γη τής Αιγύπτου.

Ο Ιωσήφ παίρνει μέτρα ενάντια στην επερχόμενη πείνα

46 ΚΑΙ ο Ιωσήφ ήταν 30 χρόνων όταν παραστάθηκε μπροστά στον Φαραώ, τον βασιλιά τής Αιγύπτου και ο Ιωσήφ βγήκε μπροστά από τον Φαραώ, και διαπέρασε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου.

47 Και η γη καρποφόρησε πλουσιοπάροχα στα επτά χρόνια τής αφθονίας

48 και μάζεψε όλες τις τροφές των επτά χρόνων που έγιναν στη γη τής Αιγύπτου και εναπέθεσε τις τροφές στις πόλεις τις τροφές των χωραφιών, που ήσαν γύρω από κάθε πόλη, τις έβαλε σ' αυτή. 

49 Και ο Ιωσήφ μάζεψε σιτάρι σαν την άμμο τής θάλασσας, πολύ, σε υπερβολικό βαθμό, ώστε έπαυσε να το μετράει, επειδή ήταν αμέτρητο.

50 Και στον Ιωσήφ γεννήθηκαν δύο γιοι, πριν έρθουν τα χρόνια τής πείνας τους οποίους η Ασενέθ, η θυγατέρα τού Ποτιφερά, του ιερέα της Ων, γέννησε σ' αυτόν. 

51 Και ο Ιωσήφ αποκάλεσε το όνομα του πρωτοτόκου, Μανασσή επειδή, είπε: Ο Θεός με έκανε να λησμονήσω όλους τους πόνους μου και ολόκληρη την οικογένεια του πατέρα μου. 

52 Και το όνομα του δεύτερο αποκάλεσε Εφραϊμ επειδή, είπε: Ο Θεός με αύξησε στη γη τής θλίψης μου.

53 ΚΑΙ πέρασαν τα επτά χρόνια τής αφθονίας, που έγινε στη γη τής Αιγύπτου. 

54 Και άρχισαν να έρχονται τα επτά χρόνια της πείνας, καθώς είχε πει ο Ιωσήφ και η πείνα έγινε σε όλους τους τόπους σε ολόκληρη, όμως, τη γη τής Αιγύπτου υπήρχε ψωμί. 

55 Και όταν πείνασε ολόκληρη η γη τής Αιγύπτου, ο λαός κραύγασε στον Φαραώ για ψωμί. Και ο Φαραώ είπε σε όλους τους Αιγυπτίους: Πηγαίνετε στον Ιωσήφ ό,τι σας πει, να κάνετε.

56 Και η πείνα ήταν επάνω σε ολόκληρο το πρόσωπο της γης. Και ο Ιωσήφ άνοιξε όλες τις αποθήκες, και πουλούσε σιτάρι στους Αιγυπτίους και η πείνα βάραινε επάνω στη γη τής Αιγύπτου. 

57 Και όλοι οι τόποι έρχονταν στην Αίγυπτο, στον Ιωσήφ, για να αγοράζουν  σιτάρι επειδή, η πείνα βάραινε επάνω σε ολόκληρη τη γη.


ΓΕΝΕΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ : 42ο

41ο   -  43ο  -  44ο  -  45ο

Η πείνα οδηγεί τους αδελφούς τού Ιωσήφ στην Αίγυπτο

1 ΚΑΙ ο Ιακώβ είδε ότι υπήρχε σιτάρι στην Αίγυπτο και ο Ιακώβ είπε στους γιους του: Τι βλέπετε ο ένας τον άλλον; 

2 Και είπε: Δέστε, άκουσα ότι υπάρχει σιτάρι στην Αίγυπτο κατεβείτε εκεί, και αγοράστε για μας από εκεί για να ζήσουμε, και να μη πεθάνουμε.

3 Και κατέβηκαν οι δέκα αδελφοί του Ιωσήφ για να αγοράσουν σιτάρι από την Αίγυπτο. 

4 Τον  Βενιαμίν, όμως, τον αδελφό τού Ιωσήφ, ο Ιακώβ δεν τον έστειλε μαζί με τους αδελφούς του επειδή, είπε: Μήπως συμβεί και σ' αυτόν συμφορά.

5 Και οι γιοι τού Ισραήλ ήρθαν για να αγοράσουν σιτάρι, ανάμεσα σ' εκείνους που έρχονταν εκεί επειδή, η πείνα ήταν στη γη Χαναάν. 

6 Και ο Ιωσήφ ήταν ο διοικητής τού τόπου αυτός πουλούσε σε ολόκληρο τον λαό τού τόπου ήρθαν, λοιπόν, οι αδελφοί τού Ιωσήφ, και τον προσκύνησαν κατά πρόσωπο μέχρις εδάφους.

7 Και καθώς ο Ιωσήφ είδε τους αδελφούς του, τους γνώρισε προσποιήθηκε, όμως, σ' αυτούς τον ξένον, και τους μιλούσε σκληρά και τους είπε: Από πού έρχεστε; Κι εκείνοι είπαν: Από τη γη Χαναάν, για να αγοράσουμε τροφές.

8 Και ο μεν Ιωσήφ γνώρισε τους αδελφούς του εκείνοι, όμως, δεν τον γνώρισαν. 

9 Και ο Ιωσήφ θυμήθηκε τα όνειρα, που ονειρεύτηκε γι' αυτούς και τους είπε: Είστε κατάσκοποι ήρθατε να παρατηρήσετε τα γυμνά τού τόπου.

10 Κι εκείνοι τού είπαν: 'Οχι, κύριέ μου αλλά, οι δούλοι σου ήρθαμε για να αγοράσουμε τροφές

11 εμείς όλοι είμαστε γιοι ενός ανθρώπου καλοί άνθρωποι είμαστε οι δούλοι σου δεν είναι κατάσκοποι.

12 Και είπε σ' αυτούς: 'Οχι, αλλά ήρθατε για να παρατηρήσετε τα γυμνά τού τόπου.

13 Κι εκείνοι είπαν: Οι δούλοι σου είμαστε 12 αδελφοί, γιοι ενός ανθρώπου στη γη Χαναάν και δες, ο νεότερος βρίσκεται σήμερα μαζί με τον πατέρα μας, και ο άλλος δεν υπάρχει.

14 Και ο Ιωσήφ τούς είπε: Αυτό είναι που σας είπα, λέγοντας, είστε κατάσκοποι. 

15 Με τούτο θα δοκιμαστείτε μα τη ζωή τού Φαραώ, δεν θα βγείτε από εδώ, αν δεν έρθει εδώ ο αδελφός σας ο  νεότερος

16 στείλτε έναν από σας, και ας φέρει τον αδελφό σας εσείς, όμως, θα μένετε δέσμιοι μέχρις ότου αποδειχθούν τα λόγια σας, αν λέτε την αλήθεια διαφορετικά, μα τη ζωή τού Φαραώ, σίγουρα είστε κατάσκοποι.

17 Και τους έβαλε σε φύλαξη τρεις ημέρες. 

18 Και την τρίτη ημέρα ο Ιωσήφ τούς είπε: Αυτό θα κάνετε, και θα ζήσετε επειδή, εγώ φοβάμαι τον Θεό: 

19  Αν  είστε  καλοί, ένας από τους αδελφούς σας ας μείνει δέσμιος στη φυλακή, όπου είστε εσείς πηγαίνετε, πάρτε σιτάρι για την πείνα των σπιτιών σας

20  φέρτε, όμως, σε μένα τον αδελφό σας τον νεότερο έτσι θα επαληθευθούν τα λόγια σας, και δεν θα πεθάνετε. Και έκαναν έτσι.

21 Και ο ένας είπε στον άλλον: Αληθινά είμαστε ένοχοι για τον αδελφό μας, επειδή είδαμε τη θλίψη τής ψυχής του, όταν μας παρακαλούσε, και δεν τον εισακούσαμε γι' αυτό, ήρθε επάνω μας αυτή η θλίψη.

22 Και ο Ρουβήν αποκρίθηκε σ' αυτούς λέγοντας: Δεν σας είπα, λέγοντας, μη αμαρτήσετε ενάντια στο παιδί; Και δεν ακούσατε γι' αυτό δέστε, και το αίμα του εκζητείται. 

23 Κι αυτοί δεν ήξεραν ότι ο Ιωσήφ καταλάβαινε επειδή, συνομιλούσαν μέσω διερμηνέα. 

24 Και αφού αποσύρθηκε από κοντά τους έκλαψε και επέστρεψε ξανά σ' αυτούς, και τους μιλούσε και πήρε απ' αυτούς τον Συμεών, και τον έδεσε μπροστά τους.

Οι αδελφοί τού Ιωσήφ επιστρέφουν στη Χαναάν

25 Τότε, ο Ιωσήφ πρόσταξε να γεμίσουν τα σκεύη τους με σιτάρι, και επιστρέψουν το ασήμι του καθενός μέσα στο σακί του, και να τους δώσουν ζωοτροφία για τον δρόμο κι έγινε σ' αυτούς έτσι. 

26 Και όταν φόρτωσαν το σιτάρι τους στα γαϊδούρια τους, αναχώρησαν από εκεί.

27 Και όταν ένας απ' αυτούς έλυσε το σακί του, για να δώσει στο γαϊδούρι του τροφή στο κατάλυμα, είδε το ασήμι του, και να, ήταν στο στόμιο του σακιού του. 

28 Και είπε στους αδελφούς του: Το ασήμι μου μού δόθηκε πίσω, και μάλιστα, να, είναι στο σακί μου και εκπλάγηκε η καρδιά τους, και συνταράχτηκαν, λέγοντας μεταξύ τους: Τι είναι τούτο, που μας έκανε ο Θεός;

29 ΚΑΙ ήρθαν στον Ιακώβ τον πατέρα τους στη γη Χαναάν, κι ανήγγειλαν σ' αυτόν όλα όσα συνέβησαν σ' αυτούς, λέγοντας: 

30 Ο άνθρωπος, ο κύριος του τόπου, μας μίλησε σκληρά, και μας πήρε σαν κατάσκοπους του τόπου. 

31 Και του είπαμε: Είμαστε καλοί άνθρωποι δεν είμαστε κατάσκοποι

32 είμαστε 12 αδελφοί, γιοι τού πατέρα μας ο ένας δεν υπάρχει και ο νεότερος είναι σήμερα με τον πατέρα μας στη γη Χαναάν. 

33 Και ο άνθρωπος, ο κύριος του τόπου, μας είπε: Με τούτο θα γνωρίσω ότι είστε καλοί άνθρωποι έναν από τους αδελφούς σας αφήστε μαζί μου, και παίρνοντας σιτάρι για την πείνα των σπιτιών σας, φύγετε

34 και φέρτε σε μένα τον αδελφό σας τον νεότερο τότε, θα γνωρίσω ότι δεν είστε κατάσκοποι, αλλά είστε καλοί και θα σας αποδώσω τον αδελφό σας, και θα εμπορεύεστε στον τόπο.

35 Και όταν άδειασαν τα σακιά τους, να, του καθενός το κομπόδεμα με το ασήμι ήταν μέσα στο σακί του και όταν αυτοί και ο πατέρας τους είδαν τα κομποδέματα με το ασήμι τους, φοβήθηκαν.

36 Και ο Ιακώβ, ο πατέρας τους, τους είπε: Εσείς με ατεκνώσατε ο Ιωσήφ δεν υπάρχει, και ο Συμεών δεν υπάρχει, και τον Βενιαμίν θα πάρετε επάνω μου ήρθαν όλα αυτά.

37 Και ο Ρουβήν είπε στον πατέρα του, λέγοντας: Θανάτωσε τους δύο γιους μου, αν δεν τον φέρω πίσω σε σένα δώσ' τον στο χέρι μου κι εγώ θα τον επαναφέρω σε σένα.

38 Κι εκείνος είπε: Δεν θα κατέβει ο γιος μου μαζί σας επειδή, ο αδελφός του πέθανε, και έμεινε αυτός μόνος. Και αν συμβεί σ' αυτόν συμφορά στον δρόμο όπου πηγαίνετε, τότε θα κατεβάσετε την πολιά μου στον τάφο με λύπη.


ΓΕΝΕΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ : 43ο

41ο  -  42ο    -  44ο  -  45ο

Ο Ιακώβ διστάζει να στείλει και τον Βενιαμίν στην Αίγυπτο

1 ΚΑΙ η πείνα βάραινε στη γη. 

2 Και αφού τέλειωσαν τρώγοντας το σιτάρι που  είχαν φέρει από την Αίγυπτο, ο πατέρας τους είπε σ' αυτούς: Πηγαίνετε ξανά, αγοράστε μας λίγες τροφές.

3 Και ο Ιούδας τού είπε, λέγοντας: 'Εντονα διαμαρτυρήθηκε σε μας ο άνθρωπος, λέγοντας: Δεν θα δείτε το πρόσωπό μου, αν δεν είναι μαζί σας ο αδελφός σας. 

4 Αν, λοιπόν, αποστείλεις μαζί μας τον αδελφό μας, θα κατέβουμε, και θα σου αγοράσουμε τροφές

5 αλλά, αν δεν τον αποστείλεις, δεν θα κατέβουμε, επειδή ο άνθρωπος μας είπε: Δεν θα δείτε το πρόσωπό μου, αν ο αδελφός σας δεν είναι μαζί σας.

6 Και ο Ισραήλ είπε: Γιατί με κακοποιήσατε, φανερώνοντας στον άνθρωπο ότι έχετε και άλλον αδελφό; 

7 Κι εκείνοι είπαν: Ο άνθρωπος μας ρώτησε ακριβώς για μας, και για τη συγγένειά μας, λέγοντας: Ο πατέρας σας ζει ακόμα; 'Εχετε άλλον αδελφό; Και του αποκριθήκαμε σύμφωνα με την ερώτηση αυτή μπορούσαμε να ξέρουμε ότι θα μας έλεγε: Φέρτε τον αδελφό σας;

8 Και ο Ιούδας είπε στον Ισραήλ τον πατέρα του: Στείλε το παιδί μαζί μου, και αφού σηκωθούμε ας πάμε, για να ζήσουμε, και να μη πεθάνουμε, εμείς, εσύ, και οι οικογένειές μας

9 εγώ εγγυώμαι γι' αυτόν από το χέρι μου να τον ζητήσεις αν δεν τον φέρω σε σένα, και δεν τον στήσω μπροστά σου, τότε να είμαι παντοτινά υπεύθυνος σε σένα

10 επειδή, αν δεν χρονοτριβούσαμε, σίγουρα αυτή θα ήταν η δεύτερη φορά μέχρι τώρα που θα επιστρέφαμε.

11 Και ο Ισραήλ, ο πατέρας τους, είπε σ' αυτούς: Αν έτσι πρέπει να γίνει, κάντε το, λοιπόν πάρτε στα σκεύη σας από τους καλύτερους καρπούς τής γης, και φέρτε στον άνθρωπο δώρα, λίγο βάλσαμο, και λίγο μέλι, αρώματα, και μύρο, φυστίκια, και αμύγδαλα

12 και πάρτε διπλάσιο ασήμι στα χέρια σας και το ασήμι εκείνο που σας επιστράφηκε στο  στόμιο των σακιών σας, φέρτε το πάλι στα χέρια σας ίσως, έγινε κατά λάθος

13 και πάρτε τον αδελφό σας, και αφού σηκωθείτε, επιστρέψτε στον άνθρωπο

14 και ο Θεός, ο Παντοδύναμος, να σας δώσει χάρη μπροστά στον άνθρωπο, για να αποστείλει μαζί σας τον  άλλο σας αδελφό και τον Βενιαμίν κι εγώ, αν είναι να ατεκνωθώ, ας ατεκνωθώ.

Οι αδελφοί τού Ιωσήφ ξαναπηγαίνουν στην Αίγυπτο

15 ΚΑΙ οι άνθρωποι, παίρνοντας αυτά τα δώρα, πήραν και διπλάσιο ασήμι στα χέρια τους, και τον Βενιαμίν και αφού σηκώθηκαν, κατέβηκαν στην Αίγυπτο, και παραστάθηκαν μπροστά στον Ιωσήφ. 

16 Και όταν ο Ιωσήφ είδε τον Βενιαμίν μαζί τους, είπε στον επιστάτη τού σπιτιού: Φέρε τους ανθρώπους στο σπίτι, και σφάξε ένα σφαχτό, και ετοίμασε, επειδή μαζί μου θα φάνε οι άνθρωποι το μεσημέρι. 

17 Και ο άνθρωπος έκανε όπως του είπε ο Ιωσήφ και ο άνθρωπος έφερε τους ανθρώπους μέσα στο σπίτι τού Ιωσήφ.

18 Και οι άνθρωποι φοβήθηκαν, επειδή φέρθηκαν μέσα στο σπίτι τού Ιωσήφ και είπαν: Για το ασήμι, που επιστράφηκε στα σακιά μας την πρώτη φορά, μας φέρνουν μέσα, για να βρει αφορμή εναντίον μας, και να ριχτεί επάνω  μας, και να πάρει εμάς για δούλους, και τα γαϊδούρια μας. 

19 Και αφού πλησίασαν τον άνθρωπο, τον επιστάτη τού σπιτιού τού Ιωσήφ, μίλησαν σ' αυτόν στην πύλη τού σπιτιού. 

20 Και είπαν: Παρακαλούμε, κύριε κατεβήκαμε την πρώτη φορά για να αγοράσουμε τροφές

21 και όταν ήρθαμε στο κατάλυμα, ανοίξαμε τα σακιά μας, και να, του καθενός το ασήμι ήταν στο στόμιο του σακιού του, το ασήμι μας σωστό γι' αυτό, το φέραμε πίσω στα χέρια μας

22 φέραμε και άλλο ασήμι στα χέρια μας, για να αγοράσουμε τροφές δεν ξέρουμε ποιος έβαλε το ασήμι μας στα σακιά μας.

23 Κι εκείνος είπε: Ειρήνη σε σας μη φοβάστε ο Θεός σας, και ο Θεός του πατέρα σας, σας έδωσε θησαυρό στα σακιά  σας το ασήμι σας ήρθε σε μένα. Και τους έδωσε τον Συμεών.

24 Και ο άνθρωπος έφερε τους ανθρώπους μέσα στο σπίτι τού Ιωσήφ, και τους έδωσε νερό, και ένιψαν τα πόδια τους και έδωσε τροφή στα γαϊδούρια τους. 

25 Κι εκείνοι ετοίμασαν τα δώρα, μέχρις ότου έρθει ο Ιωσήφ το μεσημέρι επειδή, άκουσαν ότι εκεί πρόκειται να φάνε ψωμί. 

26 Και όταν ο Ιωσήφ ήρθε στο σπίτι, του πρόσφεραν τα δώρα, που είχαν στα χέρια τους, μέσα στο σπίτι και τον προσκύνησαν μέχρις εδάφους.

27 Και τους ρώτησε για την υγεία τους και είπε: Υγιαίνει ο πατέρας σας, ο γέροντας, για τον οποίο μου είπατε; Ζει ακόμα;

28 Κι εκείνοι είπαν: Υγιαίνει ο δούλος σου ο πατέρας μας ακόμα ζει. Και αφού έσκυψαν προσκύνησαν.

29 Και σηκώνοντας τα μάτια του, είδε τον Βενιαμίν τον αδελφό του, τον ομομήτριο, και είπε: Αυτός είναι ο αδελφός σας ο νεότερος, για τον οποίο μου είχατε πει; Και είπε: Ο Θεός να σε ελεήσει, παιδί μου.

30 Και ο Ιωσήφ βιάστηκε να αποσυρθεί επειδή, τον συντάραξαν τα σπλάχνα του για τον αδελφό του και ζητούσε τόπο για να κλάψει και μπαίνοντας στο ταμείο, έκλαψε εκεί.

31 'Επειτα, αφού ένιψε το πρόσωπό του, βγήκε, και συγκρατώντας τον εαυτό του, είπε: Βάλτε ψωμί. 

32 Και έβαλε χωριστά γι' αυτόν και χωριστά για εκείνους, και για τους Αιγυπτίους, που συνέτρωγαν μαζί του, χωριστά επειδή, οι Αιγύπτιοι δεν μπορούσαν να φάνε ψωμί μαζί με τους Εβραίους, επειδή, αυτό είναι βδέλυγμα στους Αιγυπτίους.

33 Κάθησαν, λοιπόν, μπροστά του, ο πρωτότοκος σύμφωνα με την πρωτοτοκία του, και ο νεότερος σύμφωνα με τη νεότητά του και θαύμαζαν οι άνθρωποι μεταξύ τους. 

34 Και παίρνοντας από μπροστά του μερίδια έστειλε σ' αυτούς το μερίδιο, όμως, του Βενιαμίν ήταν πενταπλάσια μεγαλύτερο από τον καθένα απ' αυτούς. Και ήπιαν και ευφράνθηκαν μαζί του.


ΓΕΝΕΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ : 44ο

41ο  -  42ο  -  43ο   -  45ο

Το ασημένιο ποτήρι τού Ιωσήφ

1 ΚΑΙ πρόσταξε τον επιστάτη τού σπιτιού του, λέγοντας: Γέμισε τα σακιά των ανθρώπων με τροφές, όσες μπορούν να σηκώσουν, και βάλε το ασήμι τού καθενός στο στόμιο του σακιού του

2 και βάλε το ποτήρι μου, το ποτήρι το ασημένιο, στο στόμιο του σακιού τού νεότερου, και το ασήμι τού σιταριού του. Και έκανε σύμφωνα με τον λόγο που είπε ο Ιωσήφ.

3 Το πρωί, καθώς έφεξε, οι άνθρωποι στάλθηκαν, αυτοί και τα γαϊδούρια τους.

4 Και αφού βγήκαν από την πόλη, πριν απομακρυνθούν πολύ, ο Ιωσήφ είπε στον επιστάτη τού σπιτιού του: Αφού σηκωθείς, τρέξε καταπίσω από τους ανθρώπους και μόλις τους προφτάσεις, πες τους: Γιατί ανταποδώσατε κακό αντί καλού;

5 Δεν είναι αυτό το ποτήρι, στο οποίο ο κύριός μου πίνει, και μέσω του οποίου αληθινά μαντεύει; Πράξατε άσχημα κάνοντας αυτό.

6 Και καθώς τους πρόφτασε, τους είπε τα λόγια αυτά.

7 Κι εκείνοι τού είπαν: Γιατί ο κύριός μας μιλάει με τα λόγια αυτά; Μη γένοιτο, οι δούλοι σου να πράξουν ένα τέτοιο πράγμα!

8 Δες, το ασήμι, το οποίο βρήκαμε στο στόμιο των σακιών μας, σου το επιστρέψαμε από τη γη Χαναάν, και πώς θα κλέβαμε από το σπίτι τού κυρίου σου ασήμι ή χρυσάφι;

9 Σε όποιον από τους δούλους σου βρεθεί, ας πεθάνει, κι εμείς ακόμα θα γίνουμε δούλοι τού κυρίου μας.

10 Κι εκείνος είπε: Και τώρα ας γίνει όπως λέτε σε όποιον βρεθεί θα γίνει δούλος μου, κι εσείς θα είστε αθώοι.

11 Και σπεύδοντας, κατέβασαν κάθε ένας το σακί του στη γη, και άνοιξε κάθε ένας το σακί του.

12 Και ερεύνησαν, αρχίζοντας από τον μεγαλύτερο, και τελειώνοντας στον νεότερο και βρέθηκε το ποτήρι στο σακί τού Βενιαμίν.

13 Τότε, έσχισαν τα ενδύματά τους, και φορτώνοντας ο καθένας το γαϊδούρι του, επέστρεψαν στην πόλη.

14 ΚΑΙ μπήκε μέσα ο Ιούδας και οι αδελφοί του στο σπίτι τού Ιωσήφ, ενώ αυτός ήταν ακόμα εκεί και έπεσαν μπροστά του στη γη.

15 Και ο Ιωσήφ τούς είπε: Τι είναι αυτό το πράγμα, που πράξατε; Δεν ξέρετε ότι ένας άνθρωπος όπως εγώ, μαντεύει αληθινά;

16 Και ο Ιούδας είπε: Τι να πούμε στον κύριό μου; Τι να μιλήσουμε; 'Η, πώς να δικαιωθούμε; Ο Θεός βρήκε την αδικία των δούλων σου. Να, είμαστε δούλοι τού κυρίου μου, κι εμείς, κι εκείνος στον οποίο βρέθηκε το ποτήρι.

17 Κι εκείνος είπε: Μη γένοιτο σε μένα να το πράξω αυτό ο άνθρωπος στον οποίο βρέθηκε το ποτήρι, αυτός θα είναι δούλος σε μένα εσείς να ανεβείτε με ειρήνη στον πατέρα σας.

Ο Ιούδας παρακαλεί για τον Βενιαμίν

18 Και ο Ιούδας τον πλησίασε, και είπε: Παρακαλώ, κύριέ μου ας μιλήσει, παρακαλώ, ο δούλος σου έναν λόγο στ' αυτιά τού κυρίου μου και ας μη εξαφθεί ο θυμός σου ενάντια στον δούλο σου επειδή, εσύ είσαι όπως ο Φαραώ.

19 Ο κύριός μου ρώτησε τους δούλους του, λέγοντας: `Εχετε πατέρα ή αδελφό;

20  Και είπαμε στον κύριό μου: `Εχουμε πατέρα γέροντα, και παιδί των γηρατειών του, μικρό, και ο αδελφός του πέθανε κι αυτός έμεινε μόνος από τη μητέρα του, και ο  πατέρας του τον αγαπάει.

21 Και είπες στους δούλους σου: Φέρτε τον σε μένα να τον δω με τα ίδια  μου τα μάτια.

22 Και είπαμε στον κύριό μου: Το παιδί δεν μπορεί να αφήσει τον πατέρα του επειδή, αν αφήσει τον πατέρα του, αυτός θα πεθάνει.

23 Κι εσύ είπες  στους  δούλους σου: Αν δεν κατέβει ο αδελφός σας ο νεότερος μαζί σας, δεν θα δείτε πλέον το πρόσωπό μου

24 Και όταν ανεβήκαμε στον δούλο σου τον πατέρα μου, του αναγγείλαμε τα λόγια τού κυρίου μου.

25 Και ο πατέρας μας είπε: Πηγαίνετε πάλι, αγοράστε σε μας λίγες τροφές.

26 Και είπαμε: Δεν μπορούμε να κατέβουμε αν ο αδελφός μας ο νεότερος είναι μαζί μας, τότε θα κατέβουμε επειδή, δεν μπορούμε να δούμε το πρόσωπο του ανθρώπου, αν ο νεότερος αδελφός μας δεν είναι μαζί μας.

27 Και ο δούλος σου ο πατέρας μου είπε σε μας: Εσείς ξέρετε ότι δύο γιους γέννησε σε μένα η γυναίκα μου

28 και ο ένας βγήκε από κοντά μου, και είπα: Σίγουρα κατασπαράχθηκε από θηρίο και δεν τον είδα μέχρι τώρα

29 και αν πάρετε και τούτον από μπροστά μου και συμβεί σ' αυτόν συμφορά, θα κατεβάσετε την πολιά μου στον τάφο με λύπη.

30 Τώρα, λοιπόν, όταν πάω στον δούλο σου τον πατέρα μου, και το παιδί δεν είναι μαζί μας, (επειδή, η ψυχή του κρέμεται από την ψυχή εκείνου),

31 καθώς θα δει ότι το παιδί δεν είναι, θα πεθάνει και οι δούλοι σου θα κατεβάσουν την πολιά τού δούλου σου του πατέρα μας στον τάφο με λύπη.

32 Επειδή, ο δούλος σου εγγυήθηκε στον πατέρα μου για το παιδί, λέγοντας: Αν δεν τον φέρω σε σένα, τότε θα είμαι υπεύθυνος στον πατέρα μου παντοτινά.

33 Τώρα, λοιπόν, σε παρακαλώ, ας μείνει ο δούλος σου αντί του παιδιού δούλος στον κύριό μου, και το παιδί ας ανέβει μαζί με τους αδελφούς του

34 επειδή, πώς να ανέβω  στον πατέρα μου, αν το παιδί δεν είναι μαζί μου; 'Οχι, για να μη δω το κακό, που θα βρει τον πατέρα μου.

 


ΓΕΝΕΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ : 45ο

41ο  -  42ο  -  43ο  -  44ο  

Ο Ιωσήφ φανερώνεται στους αδελφούς του

1 ΤΟΤΕ, ο Ιωσήφ δεν μπόρεσε να κρατήσει τον εαυτό του μπροστά σε όλους τους παριστάμενους, που ήσαν μπροστά του και φώναξε: Βγάλτε τους έξω όλους από κοντά μου και δεν έμεινε κανένας μαζί του, καθώς ο Ιωσήφ αναγνωριζόταν στους αδελφούς του

2 και άφησε μια φωνή με κλαυθμό και άκουσαν οι Αιγύπτιοι και άκουσε και το παλάτι του Φαραώ. 

3 Και ο Ιωσήφ είπε στους αδελφούς του: Εγώ είμαι ο Ιωσήφ ζει ακόμα ο πατέρας μου; Και δεν μπορούσαν οι αδελφοί του να του αποκριθούν, επειδή ταράχθηκαν από την παρουσία του.

4 Και ο Ιωσήφ είπε στους αδελφούς του: Πλησιάστε σε μένα, παρακαλώ. Και πλησίασαν. Και είπε: Εγώ είμαι ο Ιωσήφ ο αδελφός σας, τον οποίο πουλήσατε στην Αίγυπτο. 

5 Τώρα, λοιπόν, μη λυπάστε ούτε να σας φανεί σκληρό, ότι με πουλήσατε εδώ επειδή, για διατήρηση της ζωής με απέστειλε ο Θεός μπροστά σας. 

6 Δεδομένου ότι, αυτός είναι ο δεύτερος χρόνος της πείνας στη γη και μένουν ακόμα πέντε χρόνια, στα οποία δεν θα υπάρχει ούτε αροτρίαση ούτε θερισμός.

7 Και ο Θεός με απέστειλε μπροστά σας για να διατηρήσω σε σας διαδοχή στη γη, και να διαφυλάξω τη ζωή σας με μεγάλη λύτρωση.

8 Τώρα, λοιπόν, δεν με αποστείλατε εσείς εδώ, αλλ' ο Θεός και με έκανε πατέρα στον Φαραώ, και κύριο ολόκληρου του παλατιού του, και άρχοντα ολόκληρης της γης τής Αιγύπτου. 

9 Σπεύδοντας, ανεβείτε στον πατέρα μου, και πείτε του: 'Ετσι λέει ο γιος σου ο Ιωσήφ ο Θεός με έκανε κύριον ολόκληρης της Αιγύπτου κατέβα σε μένα, μη σταθείς

10 και θα κατοικήσεις στη γη Γεσέν και θα είσαι κοντά μου, εσύ και οι γιοι σου, και οι γιοι των γιων σου, και τα κοπάδια σου, και οι αγέλες σου, και όλα όσα έχεις

11 και θα σε τρέφω  εκεί (επειδή, μένουν ακόμα πέντε χρόνια πείνας), για να μη έρθεις σε στέρηση, εσύ και η οικογένειά σου, και όλα όσα έχεις. 

12 Και προσέξτε, τα μάτια σας βλέπουν και τα μάτια τού αδελφού μου Βενιαμίν, ότι το στόμα μου μιλάει σε σας

13 αναγγείλτε, λοιπόν, στον πατέρα μου ολόκληρη τη δόξα μου στην Αίγυπτο, και όλα όσα είδατε, και σπεύδοντας κατεβάστε τον πατέρα μου εδώ.

14 Και πέφτοντας στον τράχηλο του Βενιαμίν τού αδελφού του, έκλαψε και ο Βενιαμίν έκλαψε στον τράχηλο εκείνου. 

15 Και αφού τους καταφίλησε όλους τους αδελφούς του, έκλαψε επάνω τους και ύστερα οι αδελφοί του μίλησαν μαζί του.

16 Και ακούστηκε στο παλάτι τού Φαραώ η φήμη, που έλεγε: 'Ηρθαν οι αδελφοί τού Ιωσήφ και ο Φαραώ χάρηκε, και οι δούλοι του. 

17 Και ο Φαραώ είπε στον Ιωσήφ: Πες στους αδελφούς σου, τούτο να κάνετε φορτώστε τα ζώα σας, και πηγαίνετε, ανεβείτε στη Χαναάν

18 και παίρνοντας τον πατέρα σας, και τις οικογένειές σας, ελάτε σε μένα και θα σας δώσω τα αγαθά τής γης τής Αιγύπτου, και θα φάτε το πάχος τής γης. 

19 Κι εσύ πρόσταξε: Αυτό να κάνετε, πάρτε για τον εαυτό σας άμαξες από τη γη τής Αιγύπτου, για τα παιδιά σας, και για τις γυναίκες σας και αφού σηκώσετε τον πατέρα σας, ελάτε

20 και μη λυπηθείτε την αποσκευή σας επειδή, τα αγαθά ολόκληρης της γης τής Αιγύπτου θα είναι δικά σας.

Οι αδελφοί τού Ιωσήφ ξαναγυρίζουν από την Αίγυπτο

21 Και οι γιοι τού Ισραήλ έκαναν έτσι και ο Ιωσήφ τούς έδωσε άμαξες σύμφωνα με την προσταγή τού Φαραώ τους έδωσε και ζωοτροφή για τον δρόμο. 

22 Σε όλους αυτούς έδωσε σε κάθε έναν αλλαγές ενδυμάτων στον Βενιαμίν, όμως, έδωσε 300 αργύρια, και πέντε αλλαγές ενδυμάτων. 

23 Και στον πατέρα του έστειλε τα εξής: Δέκα γαϊδούρια φορτωμένα από τα αγαθά τής Αιγύπτου, και δέκα θηλυκά γαϊδούρια φορτωμένα σιτάρι και ψωμιά, και ζωοτροφές στον πατέρα του για τον δρόμο. 

24 Και εξαπέστειλε τους αδελφούς του, και αναχώρησαν και τους είπε: Μη συγχύζεστε στον δρόμο.

25 Κι ανέβηκαν από την Αίγυπτο, και ήρθαν στη γη Χαναάν προς τον Ιακώβ, τον πατέρα τους, 

26 και του ανήγγειλαν, λέγοντας: Ο Ιωσήφ βρίσκεται ακόμα στη ζωή, και είναι άρχοντας σε ολόκληρη τη γη τής Αιγύπτου και η καρδιά του λιποθύμησε επειδή, δεν τους πίστευε. 

27 Και του είπαν όλα τα λόγια τού Ιωσήφ, που τους είχε πει και αφού είδε τις άμαξες που έστειλε ο Ιωσήφ για να τον σηκώσουν, αναζωπυρώθηκε το πνεύμα τού Ιακώβ, του πατέρα τους.

28 Και ο Ισραήλ είπε: Αρκεί ο Ιωσήφ ο γιος μου ζει ακόμα θα πάω, και θα τον δω, πριν πεθάνω.